Αφού αρχικά προσφέρθηκε να διασφαλίσει και να διαχειριστεί το αεροδρόμιο της Καμπούλ, η Τουρκία προσπαθεί τώρα να βρει έναν ρόλο για τον εαυτό της μετά τη σαρωτική νίκη των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν και τη μαζική εκκένωση πολιτών και στρατιωτικών, που έληξε στις 30 Αυγούστου. Σε αυτό το σημείο ωστόσο, δεν είναι σαφές πόσα μπορεί να πετύχει η Άγκυρα στη χώρα και με τι τίμημα.

Του Marc Pierini

Στο περιθώριο της συνόδου του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες τον προηγούμενο Ιούνιο, η Τουρκία πέταξε την ιδέα να αναλάβει τον έλεγχο του αεροδρομίου της Καμπούλ μετά από την αποχώρηση των αμερικανικών και άλλων ΝΑΤΟϊκών στρατευμάτων, προκειμένου να εξασφαλίσει πρόσβαση στην αφγανική πρωτεύουσα. Η φιλόδοξη πρόταση αναμφίβολα είχε ως κίνητρο την ανάγκη να “φτιάξει” τη σχέση της με την κυβέρνηση Μπάιντεν, και τουλάχιστον εν μέρει, να αντισταθμίσει τις τεράστιες αρνητικές συνέπειες της εξαγοράς των ρωσικών S-400.

Όσο τολμηρή και αν ήταν η τουρκική πρόταση και όσο πολύτιμη και αν ήταν εκείνη τη στιγμή για την αμερικανική κυβέρνηση, η ιδέα τώρα έχει βγει από το τραπέζι με την αρχική της μορφή, και αυτό συνέβη για έναν απλό λόγο: η τεράστια πολιτική και στρατιωτική νίκη των Ταλιμπάν, σημαίνει ότι δεν έχουν κίνητρο να έλθουν σε συμβιβασμό με τις χώρες του ΝΑΤΟ. Παρά τις προϋπάρχουσες σχέσεις μεταξύ των Ταλιμπάν και της Τουρκίας, και παρά την τουρκική άρνηση να αναλάβει μαχητικό ρόλο στις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν τα τελευταία 20 χρόνια, οι Ταλιμπάν θεωρούν τις τουρκικές δυνάμεις ως ΝΑΤΟϊκές, και δεν θα αποδεχθούν τους στρατιώτες και τον εξοπλισμό τους να βρίσκεται στην Καμπούλ, ακόμα και αν είναι για να διασφαλίσουν το αεροδρόμιο.

Σε πολιτικό επίπεδο, από τώρα το παιχνίδι είναι διαφορετικό. Πρόκειται για τη διακήρυξη κυρίαρχου κράτους από τους Ταλιμπάν και την εκδίκηση που θέλουν να πάρουν από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Η οργάνωση ανακοίνωσε -επι τούτου- την κυβέρνηση της στις 11 Σεπτεμβρίου, και υποστήριξε ότι έχει τον πλήρη έλεγχο του Αφγανιστάν, ιδιαίτερα την ασφάλεια του. Προχωρώντας προς τα εμπρός, οι Ταλιμπάν θα μεταφράσουν αυτή τη νέα κατάσταση σε δεδομένα επί τόπου, ιδιαίτερα στο αεροδρόμιο της Καμπούλ. Το αεροδρόμιο είναι ένα πολύ ορατό παράθυρο για την κυριαρχία τους, στο οποίο οι Ταλιμπάν επιδεικνύουν τα καλύτερα στρατεύματα τους με τον αμερικανικό εξοπλισμό που κατέλαβαν, ελέγχουν όλες τις δραστηριότητες των ΜΜΕ στο εσωτερικό και αποφασίζουν ποιες πτήσεις θα απογειωθούν και θα προσγειωθούν.

Σε αυτό το νέο πολιτικό περιβάλλον, και ως συνέχεια στον καθοριστικό ρόλο για τη διατήρηση της συμφωνίας του Φεβρουαρίου 2020 μεταξύ των Ταλιμπάν και των ΗΠΑ, η ηγεσία του Ακτάρ βρίσκεται στο επίκεντρο του διαλόγου με τους Ταλιμπάν και αποκομίζει τα οφέλη της ορατότητας. Μια ζωντανή απεικόνιση ήταν όταν η Qatar Airways πραγματοποίησε την πρώτη διεθνή πτήση στην Καμπούλ στις 9 Σεπτεμβρίου με 113 ανθρώπους που εκκένωσαν την πόλη με προορισμό τη Ντόχα. Μια δεύτερη πτήση έλαβε χώρα στις 10 Σεπτεμβρίου.

Θα ήταν απατηλό να αναμένουμε από την Τουρκία να διαδραματίσει κάτι περισσότερο από έναν τεχνικό ρόλο στις επιχειρήσεις του αεροδρομίου της Καμπούλ. Οι Τούρκοι εμπειρογνώμονες της εναέριας κυκλοφορίας είναι τώρα μέρος μιας αντιπροσωπείας του Κατάρ που προσπαθεί να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να ανοίξει το αεροδρόμιο στη διεθνή εναέρια κυκλοφορία. Αυτό είναι εξαιρετικά σύνθετο, καθώς περιλαμβάνει όχι μόνο τις συνήθειες τεχνικές απαιτήσεις -ραντάρ και πύργο ελέγχου, χειρισμό αεροσκαφών, διαδικασίες για επιβάτες και φορτία, δυνατότητες διάσωσης από πυρκαγιά κοκ- αλλά επίσης τις εγγυήσεις ασφάλειας τις οποίες οι αρχές των Ταλιμπάν θα χρειαστούν για να παράσχουν, αναφορικά με τις επιθέσεις εναντίον αεροσκαφών, ιδιαίτερα από το έδαφος. Οι δυτικές κυβερνήσεις, οι αεροπορικές εταιρείες και οι ασφαλιστικές τους εταιρείες, θα έχουν αυστηρές απαιτήσεις από αυτή την άποψη.

Οι συζητήσεις συνεχίζονται ακόμη τη στιγμή που γράφεται το κείμενο. Μια πρακτική συμφωνία που θα περιλαμβάνει το Αφγανιστάν, το Ακτάρ, και την Τουρκία για τις δραστηριότητες του αεροδρομίου της Καμπούλ, θα ήταν προς το όφελος και των τριών πλευρών. Επίσης θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες των Αφγανών πολιτών, αφήνοντας μια πύλη ανοιχτή για την ανθρωπιστική βοήθεια καθώς και για τις δυτικές χώρες, που θα ήταν σε θέση να εκκενώσουν τους πολίτες τους. Καθιστώντας αυτό δυνατό, το Κατάρ και η Τουρκία παρέχουν υπηρεσία στη διεθνή κοινότητα.

Για την Τουρκία, υπάρχουν τρεις λόγοι για τους οποίους είναι επιθυμητό το να διαδραματίσει έναν ρόλο στις επιχειρήσεις στο αεροδρόμιο της Καμπούλ. Πρώτον, το να έχει έναν ορατό αντίκτυπο σε πιεστικά ζητήματα για τις μεγάλες δυνάμεις, θα ενίσχυε τη φήμη του Τούρκου προέδρου Ερντογάν. Μετά από τις επιθετικές κινήσεις της Άγκυρας το 2020 -στα χερσαία σύνορα με την Ελλάδα, τη Λιβύη και στην Ανατολική Μεσόγειο- είναι προς το συμφέρον της Τουρκίας να παρουσιάσει μια πιο συνεργατική στάση, που αρμόζει σε μια δύναμη μεσαίου μεγέθους. Επίσης θα ήταν συνεπές με την επιθυμία της χώρας να ακολουθήσει μια κατεύθυνση εξωτερικής πολιτικής που είναι πιο ανεξάρτητη από τη Δύση.

Δεύτερον, η πρόοδος στην Καμπούλ θα χρησίμευε ως μέρος ενός μεγαλύτερου προσανατολισμού εξωτερικής πολιτικής, με φόρο τα γεγονότα του 2020. Η Τουρκία έχει στόχο να συμφιλιωθεί με την Αρμενία, την Αίγυπτο, την Ελλάδα και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, καθώς και να ξεκινήσει εκ νέου διάλογο με τα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Καμία από αυτές τις πρωτοβουλίες δεν μπορεί να οδηγήσει σε άμεσα και θετικά αποτελέσματα, αλλά είναι σημαντικές για την εικόνα του Ερντογάν στο εσωτερικό.

Τρίτον, σε εγχώριους πολιτικούς όρους, η επιτυχία στο εξωτερικό θα παρείχε την αναγκαία τόνωση για τον Ερντογάν. Η τουρκική οικονομία βρίσκεται σε άθλια κατάσταση και τα τεράστια προβλήματα της δεν μπορούν πλέον να κρυφτούν πίσω από τη δημιουργική λογιστική και τις έξυπνες αφηγήσεις. Σε μια περίοδο που οι δημοσκοπήσεις δεν δείχνουν εύκολο δρόμο για την επανεκλογή του Ερντογάν ή προς μια σταθερή κοινοβουλευτική πλειοψηφία για τη συμμαχία μεταξύ του Κόμματος Δικαιοσύνη και Ανάπτυξη και του Κόμματος Εθνικιστικού Κινήματος, οι επιτυχίες στην εξωτερική πολιτική θα μπορούσαν να βοηθήσουν να αντιστραφεί η τάση.

Σε τελική ανάλυση ωστόσο, η σημασία μιας τουρκικής-καταριανής επιχείρησης για τη διαχείριση του αεροδρομίου της Καμπούλ, δεν θα πρέπει να υπερεκτιμηθεί. Υποθέτοντας ότι είναι τεχνικά βιώσιμο μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα και ότι οι συνθήκες ασφάλειας είναι κατάλληλες για την επανέναρξη των εμπορικών πτήσεων και των πτήσεων τσάρτερ, η εμπλοκή της Ντόχα και της Άγκυρας δεν θα αλλάξει την πολιτική του Αφγανιστάν στο ελάχιστο.

Η νίκη των Ταλιμπάν αφορά στην εκδίκηση εναντίον των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στο ΝΑΤΟ, στην αποκατάσταση της υπεροχής του ισλαμικού νόμου (και ως εκ τούτου, στην αλλαγή των ρόλων των γυναικών, των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και του εκπαιδευτικού κινήματος) και στην επιβεβαίωση του πλήρους ελέγχου σε θέματα ασφάλειας και πολιτικές αποφάσεις. Είναι επομένως πιθανό ότι οποιαδήποτε ρύθμιση για το αεροδρόμιο της Καμπούλ θα περιοριστεί σε τεχνικά ζητήματα.

Ο άγνωστος παράγοντας είναι εάν, κατά τη συμφωνία και εφαρμογή μιας συμφωνίας για το αεροδρόμιο, οι Ταλιμπάν θα θελήσουν να εξάγουν πολιτικές παραχωρήσεις από την Τουρκία και με αυτόν τον τρόπο να οδηγήσουν την Άγκυρα σε μια κατάσταση στην οποία θα είναι αντίπαλη με το ΝΑΤΟ.

Διαβάστε ακόμη 

Το αεροδρόμιο της Καμπούλ θα επαναλειτουργήσει με τη στήριξη Τουρκίας-Κατάρ

Αεροσκάφος από το Κατάρ με “ομάδα τεχνικών” προσγειώθηκε στην Καμπούλ

Διαβάστε επίσης »